Η τελειομανία συχνά παρουσιάζεται ως αρετή. Συνδέεται με υψηλά στάνταρ, φιλοδοξία, υπευθυνότητα και επιτυχία. Στον σύγχρονο λόγο, το «είμαι τελειομανής» χρησιμοποιείται συχνά ως θετικό χαρακτηριστικό, ιδιαίτερα σε επαγγελματικά πλαίσια. Ωστόσο, η επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ξεκάθαρα ότι η τελειομανία δεν είναι πάντα λειτουργική. Σε πολλές περιπτώσεις μετατρέπεται σε παράγοντα ψυχικής δυσφορίας, άγχους και αυτοϋπονόμευσης.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν κάποιος έχει υψηλά πρότυπα, αλλά πότε η τελειομανία παύει να υπηρετεί την ανάπτυξη και αρχίζει να λειτουργεί ως εμπόδιο.
Η τελειομανία ορίζεται ως η τάση του ατόμου να θέτει εξαιρετικά υψηλά και συχνά μη ρεαλιστικά πρότυπα απόδοσης, συνοδευόμενα από αυστηρή αυτοκριτική και φόβο αποτυχίας (Frost et al., 1990).
Σύγχρονες θεωρίες διακρίνουν την τελειομανία σε δύο βασικές διαστάσεις:
Προσαρμοστική (adaptive) τελειομανία: υψηλά πρότυπα χωρίς υπερβολική αυτοκριτική
Μη προσαρμοστική (maladaptive) τελειομανία: υψηλά πρότυπα σε συνδυασμό με έντονη αυτοαμφισβήτηση, άγχος και φόβο λάθους
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στα υψηλά στάνταρ καθαυτά, αλλά στο πώς βιώνεται η απόκλιση από αυτά.
Η τελειομανία δεν εμφανίζεται τυχαία. Συχνά αποτελεί μαθημένη στρατηγική επιβίωσης, που αναπτύσσεται μέσα από πρώιμες εμπειρίες.
Γονείς με υψηλές απαιτήσεις ή συναισθηματική απόσταση
Έμφαση στην επίδοση αντί στη συναισθηματική αποδοχή
Επιβράβευση μόνο όταν «τα καταφέρνεις άριστα»
Το παιδί μαθαίνει ότι η αξία του συνδέεται με την απόδοση.
Όταν η αποδοχή βιώνεται ως υπό όρους, το άτομο εσωτερικεύει την πεποίθηση:
«Αν δεν είμαι τέλειος, δεν αξίζω».
Η τελειομανία μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος ελέγχου σε χαοτικά ή απρόβλεπτα περιβάλλοντα.
Η τελειομανία γίνεται δυσλειτουργική όταν:
Το λάθος δεν βιώνεται ως εμπειρία μάθησης αλλά ως προσωπική αποτυχία ή απόδειξη ανεπάρκειας.
Παραδόξως, πολλοί τελειομανείς δυσκολεύονται να ξεκινήσουν ή να ολοκληρώσουν έργα, επειδή φοβούνται ότι το αποτέλεσμα δεν θα είναι «αρκετά καλό».
Ακόμη και όταν οι στόχοι επιτυγχάνονται, δεν υπάρχει ικανοποίηση. Το άτομο μετακινεί διαρκώς τον πήχη πιο ψηλά.
Η εσωτερική φωνή γίνεται τιμωρητική, απόλυτη και απαξιωτική.
Η μη προσαρμοστική τελειομανία έχει συνδεθεί ερευνητικά με:
Αγχώδεις διαταραχές
Κατάθλιψη
Ιδεοψυχαναγκαστικά χαρακτηριστικά
Διατροφικές διαταραχές
Burnout
Χαμηλή αυτοεκτίμηση
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η σύνδεση της τελειομανίας με την αποφυγή: αποφυγή έκθεσης, αποφυγή αξιολόγησης, αποφυγή αποτυχίας.
Η τελειομανία δεν περιορίζεται στην εργασία ή στις επιδόσεις. Εμφανίζεται συχνά και στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Υπερβολικές προσδοκίες από τον εαυτό ή τους άλλους
Δυσκολία στη συναισθηματική έκφραση
Φόβος απόρριψης
Κριτικότητα και έλεγχος
Συχνά, πίσω από την τελειομανία στις σχέσεις υπάρχει ο φόβος:
«Αν με δουν όπως πραγματικά είμαι, θα φύγουν».
Η αυτοεκτίμηση του τελειομανή είναι εξαρτημένη από την επίδοση. Δεν βασίζεται στην εσωτερική αξία, αλλά στην εξωτερική επιβεβαίωση.
Αυτό δημιουργεί:
Αστάθεια
Ευαλωτότητα στην κριτική
Διαρκή σύγκριση με τους άλλους
Η τελειομανία χρειάζεται θεραπευτική διερεύνηση όταν:
Προκαλεί άγχος ή ψυχική εξάντληση
Περιορίζει την καθημερινή λειτουργικότητα
Επηρεάζει αρνητικά τις σχέσεις
Συνοδεύεται από έντονη αυτοκριτική ή αποφυγή
Η θεραπεία δεν στοχεύει στην κατάργηση των υψηλών στόχων, αλλά στη μεταμόρφωση της σχέσης με το λάθος και τον εαυτό.
Εντοπισμός δυσλειτουργικών πεποιθήσεων
Εργασία με τον φόβο αποτυχίας
Σταδιακή έκθεση στην «ατέλεια»
Ανάπτυξη αυτοσυμπόνιας
Μείωση της εσωτερικής κριτικής
Δουλειά με σχήματα όπως «Ανεπάρκεια» και «Αμείλικτα Πρότυπα»
Η θεραπευτική εργασία βοηθά το άτομο να μετακινηθεί:
από το «πρέπει» στο «επιλέγω»
από την τελειότητα στην επάρκεια
από την αξία υπό όρους στην αποδοχή
Η ουσιαστική αλλαγή δεν βρίσκεται στο να κάνουμε λιγότερα, αλλά στο να είμαστε λιγότερο σκληροί με τον εαυτό μας.
Η τελειομανία γίνεται πρόβλημα όταν παύει να είναι εργαλείο εξέλιξης και μετατρέπεται σε μηχανισμό φόβου. Όταν το άτομο ζει σε διαρκή επιφυλακή, προσπαθώντας να αποφύγει το λάθος, χάνει την επαφή με την αυθεντικότητα, τη χαρά και τη σύνδεση.
Η ψυχοθεραπεία προσφέρει έναν ασφαλή χώρο για να επαναδιαπραγματευτεί κανείς τη σχέση του με την αξία, την αποτυχία και την ανθρώπινη ατέλεια.
Frost, R. O., Marten, P., Lahart, C., & Rosenblate, R. (1990). The dimensions of perfectionism. Cognitive Therapy and Research, 14(5), 449–468.
Hewitt, P. L., & Flett, G. L. (1991). Perfectionism in the self and social contexts. Journal of Personality and Social Psychology, 60(3), 456–470.
Shafran, R., Cooper, Z., & Fairburn, C. G. (2002). Clinical perfectionism. Behaviour Research and Therapy, 40(7), 773–791.
Neff, K. D. (2011). Self-compassion. William Morrow.
Gilbert, P. (2010). Compassion Focused Therapy. Routledge.
Young, J. E., Klosko, J. S., & Weishaar, M. (2003). Schema Therapy. Guilford Press.