Πατρονάρισμα (patronizing): τι είναι, πώς επηρεάζει ψυχολογικά και πώς αντιμετωπίζεται.
Το πατρονάρισμα είναι μια μορφή επικοινωνίας κατά την οποία το άτομο απευθύνεται στον άλλον με συγκαλυμμένη ανωτερότητα, υποτίμηση ή ψευδο-φροντίδα. Συχνά εκφράζεται μέσα από «καλοπροαίρετες» συμβουλές, απλοϊκές εξηγήσεις, μειωτικό τόνο ή στάση που υπονοεί ότι ο άλλος δεν είναι ικανός να κατανοήσει, να αποφασίσει ή να λειτουργήσει αυτόνομα. Το πατρονάρισμα δεν είναι πάντα εμφανές· πολλές φορές μεταμφιέζεται σε ενδιαφέρον, εμπειρία ή φροντίδα, γεγονός που το καθιστά ιδιαίτερα ύπουλο.
Σε ψυχολογικό επίπεδο, το πατρονάρισμα έχει σημαντικές επιπτώσεις. Το άτομο που το δέχεται συχνά βιώνει μείωση της αυτοεκτίμησης, αμφισβήτηση της κρίσης του και εσωτερικευμένη ανασφάλεια. Μακροπρόθεσμα, μπορεί να οδηγήσει σε μαθημένη αδυναμία, εσωτερικό κριτή με αυξημένη σκληρότητα, δυσκολία στη λήψη αποφάσεων και φόβο έκφρασης. Σε επαγγελματικά ή οικογενειακά πλαίσια, ενισχύει ανισορροπίες δύναμης, δημιουργεί θυμό που συχνά δεν εκφράζεται και διαβρώνει τη σχέση. Δεν είναι σπάνιο το πατρονάρισμα να συνδέεται με συμπτώματα άγχους, παθητικότητας ή ακόμα και καταθλιπτικής διάθεσης, ιδιαίτερα όταν είναι χρόνιο.
Οι αιτίες του πατροναρίσματος ποικίλλουν. Συχνά πηγάζει από ανάγκη ελέγχου, φόβο απώλειας ισχύος ή βαθιά ανασφάλεια του ίδιου του ατόμου που πατρονάρει. Άλλες φορές αποτελεί μαθημένη συμπεριφορά από οικογενειακά ή κοινωνικά πρότυπα, όπου η ανωτερότητα συγχέεται με τη φροντίδα. Σε ορισμένα πλαίσια, συνδέεται με στερεότυπα φύλου, ηλικίας ή επαγγελματικού ρόλου, όπου κάποιοι θεωρούνται «εκ των προτέρων» λιγότερο ικανοί. Δεν πρέπει να αγνοείται και η σύνδεσή του με ναρκισσιστικά ή αυταρχικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ψυχοπαθολογία.
Η αντιμετώπιση του πατροναρίσματος ξεκινά από την αναγνώριση. Το να μπορεί κανείς να ονομάσει αυτό που βιώνει είναι καθοριστικό βήμα. Σε πρακτικό επίπεδο, βοηθά η σαφής και ήρεμη οριοθέτηση, με φράσεις που επαναφέρουν την ισοτιμία στη σχέση, χωρίς επίθεση αλλά με σταθερότητα. Η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και της εμπιστοσύνης στην προσωπική κρίση λειτουργεί προστατευτικά, ιδιαίτερα όταν το πατρονάρισμα έχει εσωτερικευτεί. Σε βαθύτερο επίπεδο, η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει το άτομο να δουλέψει παλιά σχήματα υποτίμησης, να ενισχύσει την αυτεπάρκεια και να αποκαταστήσει την αίσθηση προσωπικής αξίας. Σε συστημικό πλαίσιο, η αλλαγή κουλτούρας επικοινωνίας και η ευαισθητοποίηση γύρω από τις μικρο-επιθετικές συμπεριφορές είναι εξίσου σημαντικές.
Το πατρονάρισμα δεν είναι «αθώο». Ακόμα κι όταν δεν εκφράζεται με πρόθεση βλάβης, η επίδρασή του είναι πραγματική και συσσωρευτική. Ο σεβασμός στην αυτονομία του άλλου δεν είναι απλώς θέμα καλών τρόπων· είναι θεμέλιο ψυχικής υγείας και υγιών σχέσεων.
Ενδεικτική βιβλιογραφία
Baron, R. M., & Kenny, D. A. (1986). The moderator–mediator variable distinction in social psychological research. Journal of Personality and Social Psychology, 51(6), 1173–1182.
Brown, B. (2010). The gifts of imperfection. Hazelden.
Deci, E. L., & Ryan, R. M. (2000). The “what” and “why” of goal pursuits: Human needs and the self-determination of behavior. Psychological Inquiry, 11(4), 227–268.
Jack, D. C. (1991). Silencing the self. Harvard University Press.
Linehan, M. M. (2015). DBT skills training manual. Guilford Press.
Sue, D. W. et al. (2007). Racial microaggressions in everyday life. American Psychologist, 62(4), 271–286.